Ή εμείς ή αφτί

ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 18-19/5/2019
https://www.tanea.gr/print/2019/05/18/opinions/i-emeis-i-afti/

 

Είχα στήσει αφτί κι άκουγα τη συζήτηση.
Καφετέρια της γειτονιάς με αρκετό κόσμο, όλων των ηλικιών, αλλά είχα νετάρει και πλησίασα, ύπουλα, σε μια παρέα 6-7 νέων 20 χρόνων το πολύ.
«Καλά, ρε φίλε, είναι ή δεν είναι άδικο το σύστημα; Είναι.
Είναι ή δεν είναι η εξουσία φορέας αναπαραγωγής ανισοτήτων, εκμετάλλευσης, αναλγησίας, με χρήση βίας, δηλαδή ένα σύνολο μηχανισμών καταστολής και διαιώνισης αυτού του μοντέλου αδικίας; Είναι.
Άρα; Δεν οφείλουμε να αντιδρούμε με κάθε τρόπο και χρησιμοποιώντας κάθε μέσον θεμιτό και αθέμιτο; Οφείλουμε.
Οπότε λοιπόν, τι μου τσαμπουνάς σπάνε και καίνε και δεν είναι πράγματα αυτά και δεν πρέπει, κι ότι καλό είναι να υπάρχουν νόμοι και κανόνες και να τηρούνται, και κάτι τέτοια…»
Και δώστου προβληματισμός και ανταλλαγή απόψεων.
Θυμήθηκα ανάλογες συζητήσεις, συχνά σε πολύ έντονο ύφος, σε πανεπιστημιακό αμφιθέατρο στην Καραολή και Δημητρίου, στον Πειραιά.
Με τη Ρούλα την τροτσκίστρια, τον Διονύση της ΑντιΕφεε, κάτι Ρηγάδες και κάτι μαοϊκούς με τη Ρόζα και τη Μαρία από την Καρδίτσα κλπ, ας μη λέω τώρα ονόματα. Ήταν μαύρη χούντα, δυο μήνες μετά έγινε η πρώτη κατάληψη της Νομικής και μετά από άλλους οχτώ το Πολυτεχνείο, όπου μια Τετάρτη απόγευμα πήραμε τον Ηλεκτρικό, κατεβήκαμε στη Βικτώρια και μπουκάραμε μέσα. Μας βγάλαν σηκωτούς Σαββάτο τρεις η ώρα ξημερώματα, κλείνει η παρένθεση.
Σκεφτόμουν διάφορα τέτοια, ακούγοντας την κουβέντα που είχε ανάψει και έψαχνα κάποιες διαφορές ανάμεσα στη χούντα, σε μια δικτατορία, σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, ακόμα και εκλεγμένο από ένα σοφό λαό και στην Δημοκρατία. Όπου έχεις πλήρη δικαιώματα, μιλάς ελεύθερα, ψηφίζεις, διαδηλώνεις, φωνάζεις και συγκρούεσαι και συχνά βίαια, απεργείς.

Εκτός όμως από όλα τα δικαιώματα, που δεν υπάρχουν ούτε για πλάκα στις στρατιωτικές ή και κοινοβουλευτικές χούντες, αναλαμβάνεις και υποχρεώσεις, ανάμεσα στις οποίες είναι να σέβεσαι τα δικαιώματα του διπλανού σου, η ελευθερία σου σταματά εκεί που αρχίζει του άλλου.

Γιατί, τι μου ‘ρθε τώρα και τα λέω αυτά, θα μου πεις. Έλα, ντε.
Έχω έναν, προβληματικό ίσως, αλλά και προβληματισμένο προβληματισμό, βασικά.
Δηλαδή, αν αποφασίσω με τρεις φίλους μου, μετά από μελέτη βιβλίων, μανιφέστων, οικονομικών και πολιτικών αναλύσεων και επαναστατικών θεωριών, δεν έχω κάθε δικαίωμα, αφού το σύστημα είναι άδικο και καταπιεστικό, με μεγάλες ανισότητες ανάμεσα στην πλουτοκρατία και στις λαϊκές οικογένειες, να το κάνω καλοκαιρινό; Δεν είναι αναφαίρετο δημοκρατικό μου δικαίωμα να κάνω γιούργια στον ταβλά με τα κουλούρια;
Σκέφτηκα να μπω στην κουβέντα των φίλων που ήταν στα όρια να πλακωθούνε –είχε και δυο ωραία γκομεν…σόρρυ κορίτσια, ήθελα να πω και με συγχωρείτε κιόλας…-, άστο καλύτερα λέω, άσε να ολοκληρώσω πρώτα μόνος μου.
Δεν έχω κάθε δικαίωμα, όταν το άθλιο σύστημα ασκεί βία, να ξεσκίσω κι εγώ λίγη; Να μπουκάρω με τους κολλητούς σε καμιά τράπεζα και να κάνω ανάληψη μετρητών με ροπαλιές στον ταμία, αν δεν είναι ευγενής και συνεργάσιμος; Είναι γνωστόν τοις πάσι, άλλωστε, πως οι τράπεζες μας ληστεύουν, διότι αν καταθέσεις εκατό, σε εκατό χρόνια θα πάρεις από ενενηντακάτι ως εκατόν δύο, ενώ αν δανειστείς εκατό, σε πέντε χρονάκια θα σου ‘χουν σκίσει το γκρόβερ, οχτακόσια πενήντα τρία θα χρωστάς. Δεν έχεις; Πάει το σπίτι.
Ρε φίλε, με πνίγει το δίκιο, σου λέω, ξέρεις…
Ήμουν στη Θήβα, στα διόδια, πάω να περάσω, ενάμισι κύριε, μου λέει ευγενικά η γκιόσα. Μα μόλις μπήκα, από το δίπλα χωριό, της λέω, και πάω εδώ πιο πέρα στο Πυρί, στο χωριό της φίλης μου με τα κόκκινα γάντια που κάνουμε συμπαράσταση στις καθαρίστριες. Και τι μου το λέτε κύριε, μου λέει, ενάμισι θα δώσετε, αν δεν θέλετε θα φων…. κάτι πήγε να πει, μπαμ! μια, πάνε οι μπάρες, πάει και το κουβούκλιο, Κάτω το κράτος σας ληστές! τσιράκια του μεγαλοκεφάλαιου και των εργολάβωνε, ούρλιαξα!
Βία στη βία της Βοιωτίας! Γκάζωσα κι έφυγα με χίλια, σπινιάροντας, φάτε χώμα, ρεεεε!
Ε, μα. Ποιος είχε δίκιο; Εγώ, βέβαια, όλο το δίκιο δικό μου.
Οι άλλοι συνεχίζανε τη φασαρία, χωρίς καν να ξέρουν ότι μ’ έπνιγε το δίκιο κι ήμουνα μαζί τους, πιο πολύ απ’ αυτούς θυμωμένος.
Θυμήθηκα και σ’ ένα ματς της ΑΕΚ, μας είχε πνίξει δυο πεναλτάρες το κοράκι, χάσαμε με γκολ οφσάιντ και μας απέβαλε και τον καλύτερο παίχτη στο ημίχρονο. Του την έστησα, λοιπόν, μετά από εφτά μήνες του δωσίλογου –ξεχνιούνται αυτά; η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο…-, τον άρπαξα τον κόρακα και του ‘φαγα τ’ αφτί. Πάλι, μάρσαρα το μηχανάκι κι έγινα λούης διτρόχου, φωνάζοντας μ΄ όλη μου τη δύναμη:
– Ή Εμείς Ή Αφτί, πουλημένο κοράκι!
Καταλάβατε ή να κάνω και κακά μου.. -πού ‘λεγε κι η διαφήμιση. Δεν το ‘πα εγώ.
Όταν σε πνίγει το δίκιο, σ΄ αυτή τη γκακούργα κενωνία, μπορείς και οφείλεις, να βάζεις φωτιά σε κτίρια του γαμοκράτους, να ανοίγεις κεφάλια περαστικών που δεν σου γεμίζουν το μάτι, να σπας μάρμαρα απ’ τα πεζοδρόμια και να κατεβάζεις τζαμαρίες εμπόρων που ρουφάνε σα βδέλλες τους πελάτες τους αντί να μοιράζουν το εμπόρευμα στο λαό, να γράφεις σ’ όλους τους τοίχους π α ν τ ο ύ–εκτός απ’ της μάνας σου..- ό,τι σου κατέβει, να αποκεφαλίζεις αγάλματα μεγαλόσχημων και να βανδαλίζεις τα μνημεία του αστικού κράτους (αφού δεν είναι σοσιαλιστικό να σε στείλει στα ψυχιατρεία του Νοβοσιμπίρσκ..)
Μπορώ και οφείλω να σπάω, να καίω, να ανατινάζω, να ληστεύω ή με απόφαση του Στενού Πυρήνα Της Μαγιάς Μας, και να σκοτώσω καμιά πενηνταριά ανθρωπάκια, σάπια πιόνια του αστικού καθεστώτος, σιχαμερούς νοικοκυραίους, λακέδες, τσάτσους και πράχτορες, που κρίθηκαν ένοχοι, παμψηφεί, χτες το βραδάκι στην καφετέρια.
Δικαίωμά μου δεν είναι; Δημοκρατία δεν έχουμε;
Στα παιδιά δίπλα δεν είπα τίποτα, αλλά αν με πιάσουν, νομίζω θα κάνουν σκληρό και δίκαιο αγώνα για την απελευθέρωσή μου.
Βερεσέμος!