Η Ευρώπη, το σπίτι μας

ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 20-21/4/2019
https://www.tanea.gr/print/2019/04/20/opinions/i-eyropi-lfto-spiti-mas/

Παρακολουθούσα προχθές μια συζήτηση ανάμεσα σε κάτι τυπάκους, νεαρής ηλικίας, γύρω στα εικοσιπέντε το πολύ ως τριάντα –μπορεί να ήταν φοιτητές, μπορεί και όχι. Σίγουρα κάποιοι απ’ την παρέα θα ήταν, μερικοί μάλλον δούλευαν, όχι όμως στα σίγουρα κι ούτε με σχέση μονιμότητας.
Μιλούσαν για πολλή ώρα και όλο και ανέβαινε η ένταση της φωνής, δηλαδή χωρίς να τσακώνονται έδιναν μια τέτοια εντύπωση κι η κουβέντα τους περιστρεφόταν γύρω από αυτά τα ζητήματα που απασχολούν τα παιδιά, τους νέους, που μπουκάρουν με φόρα στην κανονική ζωή, δηλαδή απεξάρτηση από το σπίτι, αναζήτηση κάποιου δρόμου, επαγγελματικός προσανατολισμός, μισθολογικά –αν βρει κάποιος ένα μισθό- εργασιακές σχέσεις και τα συναφή.
Α, ναι. Κι αν θα έπρεπε, άραγε, να παραμείνουν στη χώρα ή μήπως καλύτερα να ρίξουν μαύρη πέτρα και να σηκωθούν να φύγουν αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στις Ευρώπες και στις Αμερικές.
Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, πόσο δυσάρεστα μπορεί να νιώθει κανείς όταν βλέπει αυτά τα υπέροχα πρόσωπα, σχεδόν θλιμμένα, ανήσυχα, ακόμα και θυμωμένα, όσο και αν κρύβονται πίσω από αστείες εκφράσεις, καλαμπούρια, πλάκες, μπινελίκια και εξωπραγματικές θεωρίες.
Παρακολουθούσα σαν κατάσκοπος, κρυφάκουγα για την ακρίβεια και καθόλου δεν ήθελα να αναμιχθώ ή να παρέμβω και μακάρι να μπορούσα να σας μεταφέρω αυτά που λέγονταν.
Το πρώτο που σκέφτηκα, εκεί και τότε, ήταν ότι οι συνομήλικοί τους στις κανονικές ευρωπαϊκές χώρες θα είχαν ήδη φύγει από την γονεϊκή εξάρτηση, θα είχαν ήδη δική τους δουλειά και σπίτι δικό τους, χωρίς το χαρτζιλίκι των γονιών, ακόμα και των παππούδων, από τα δεκαοχτώ τους, μάλλον, κι όχι στα εικοσιπέντε και στα τριάντα, να ψάχνονται.

Εδώ, το ξέρουμε όλοι, σαν ελληνικό ανέκδοτο ή σαν άσμα λαϊκό είναι, και στα σαραντα-φεύγα ακόμα κάποιοι να μένουν με τους γονείς τους. Δεν νομίζω να υπάρχει σε άλλη χώρα, όχι μόνο ευρωπαϊκή, τραγούδι αντίστοιχο με το μεγάλο μας σουξέ «μένω με τη μάνα μου».

Τα παιδιά που κατασκόπευα, λοιπόν, δεν είχαν δικό τους σπίτι ούτε μια σταθερή δουλειά. Αλλά, ήταν πολύ «φορτωμένα» ότι για όλη αυτή την κατάσταση φταίει η Ευρώπη, η Γερμανία, το Ευρώ, η Μέρκελ κι οι τρόικες. Ήταν στην πλειοψηφία τους πεπεισμένα, αγόρια και κορίτσια, ότι είμαστε η γη της επαγγελίας, τύποι λαμπεροί, ταλαντούχοι και κάργα προικισμένοι, οι καλυτερότεροι δηλαδή, αλλά κάποιοι ξένοι δυνάστες, δανειστές, μουλωχτοί κατακτητές, συνεπικουρούμενοι από μυστικές υπηρεσίες, μασονίες, λέσχες, σιωνιστές και λοιπούς συνωμότες, άγνωστο για ποιο λόγο, μας έχουν βάλει στο μάτι -μπορεί και στο Ζούμπερι και στη Νέα Μάκρη. Μόνο δύο ατομάκια δεν συμμετείχαν με τόση ζέση στη συζήτηση και στο τσακ ήμουνα να τους επιπλήξω γιατί δεν χώνουν κι αυτοί τα δέοντα στους ανθρωπόμορφους φραγκολεβαντίνους που μας πίνουν το αίμα, αλλά κρατήθηκα.
Ήταν πολύ δημοφιλής η άποψη πως θα ‘ταν σίγουρα καλύτερα αν είχαμε δραχμή αντί για ευρώ -με δραχμή, αμέσως καλύτερα που λέει κι η κολώνα, στη γωνία.
Επίσης ότι θα έπρεπε να διαγράψουμε το επαχθές, απεχθές και επονείδιστο χρέος. Με την συνοδεία οργάνων, άδοντες –στην είσοδο του Άδη- το γνωστό άσμα «μου χρωστάς, δεν σου χρωστάω, έχε γεια, σε χαιρετάω».

Και τα παιδιά ήταν μια χαρά, έτσι; Δεν ήταν τίποτα βαρεμένα της πλεύσης, της γεύσης και της ρεύσης. Ούτε της δουράμπεη και του κουμουντούρου. Χρυσαυγιτάκια δε ή και ψεκασμένα, με τίποτα. Μια χαρά παιδιά ήταν, σαν τα κρύα τα νερά, ελαφρώς πολιτικοποιημένα, αλλά καθόλου πολτοποιημένα.

Πολύ πέραση είχε και διαδεδομένη σφόδρα ήταν η πεποίθηση ότι είναι απολύτως απαραίτητος ένας πανεθνικός (για δεξιούς) όσο και παλλαϊκός (για αριστερούς) ξεσηκωμός κατά του “συστήματος” που μας κάνει όλους όργανά του και εξαρτήματα μιας ύπουλης μηχανής που μηχανεύτηκαν κάτι μηχανικοί σ’ ένα μηχανουργείο.
Απέναντι από το εστιατόριο που τρων τα συνεργεία, που μπήκε το θέμα σου, έτσι, στ’ αστεία. (Εφτά βοηθοί και τρεις μαστόροι, μαζί τους και οι σερβιτόροι.)
Και, παρακάτω, “τι έγινε που πέφτουνε και μερικές μολότοφ και καίγονται κάτι τρόλεϊ και λεωφορεία” κι άλλες παράπλευρες απώλειες έχουμε, αφού οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη, και γιατί ρε φίλε να μην γράφουμε στους τοίχους αφού είναι του κεφαλαίου και πρέπει κι εμείς να εκφραστούμε λέφτερα, Λευτέρη, και να ξηλώσουμε και την άσφαλτο, τα πεζοδρόμια και το πλακόστρωτο, γιατί από κάτω είναι παραλία, μια χαρά είναι στα Εξάρχεια δεν καταλαβαίνουμε γιατί κάποιοι γκρινιάζουν και «έλεος πχιά με τους νοικοκυραίους και τους μικροαστούς», κι η επανάσταση έρχεται, Κυριακή κοντή γιορτή, Κυριακή, γιορτή και σχόλη, να ΄ταν η βδομάδα όλη και της κοντής γιορτής οι τρίχες της φταίγανε.
Κι άλλα πάρα πολλά τέτοια έλεγαν τα παιδιά, τα παιδιά, τα φιλαράκια τα καλά, που τα σνομπάρεις κι ούτε δίνεις σημασία πια, καμιά. Κάποια στιγμή θα σας πω κι άλλα.

Ωστόσο, εκείνη την ώρα κατέβασα λίγο με fade out το volume και αναρωτήθηκα εντελώς από μέσα μου, ποιοι μεγάλωσαν τα παιδιά μας;

Τίποτα καλικάντζαροι; Εμείς δεν τα μεγαλώσαμε; Γιατί, σ’ ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, μισούν τον δημόσιο χώρο, τους τοίχους, τα σχολεία τους, την τάξη, την ομορφιά –και αγάλματα αποκεφαλίζουμε και ωραία μαγαζιά και τράπεζες, μαζί με ανθρώπους, καίμε;
Γιατί μισούν ας πούμε την Ευρώπη που δεν έχουν πάει ποτέ, δεν είδαν από κοντά και δεν έζησαν εκεί ούτε μια μέρα και συμπαθούν πχ κάτι καθεστώτα ψυχοπαθών;
Πώς αγαπάνε και “νοσταλγούν” τη δραχμή που π ο τ έ δεν γνώρισαν;
Έχουν ποτέ αναρωτηθεί –και μαζί τους κι εμείς- π ώ ς και πόση και ποια θα ήταν η χώρα μας εκτός και χ ω ρ ί ς την Ευρώπη;
Και γιατί τα περισσότερα απ΄αυτά τα παιδιά, εν τέλει, εκεί καταφεύγουν για καλύτερη ζωή, για σπουδές, για μεταπτυχιακά, αντί από τώρα να μας διαολοστείλουν –έτσι που τα κάναμε σκατά- και να βάλουν μπρος, αυτά τα παιδιά, να κάνουν ε δ ώ, αυτό το λατρευτό μας κατσαπλιαδιστάν, μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα;
Ευρωπαϊκές Εκλογές έρχονται, πουλάκια μου.
Αρχίστε τ ώ ρ α…