Λοιπόν, τι ψηφίζουμε, ΤΩΡΑ;

χωρίς εξαρτύσεις
Εφημερίδα ΕΠΕΝΔΥΣΗ, φύλλο 10
Σάββατο 3 – Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

ΛΟΙΠΟΝ, ΤΙ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ, ΤΩΡΑ;
Σ’ αυτές τις εκλογές δεν ψηφίζουμε για να αλλάξουμε κυβέρνηση.
Αυτό είναι το ελάχιστο και το εύκολο.
Έτσι κι αλλοιώς ΠΑΝΤΑ ψηφίζαμε ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ αυτοί που είναι τώρα.
Σε ποιό σκαλί, ένα πριν από τον πάτο, φτάσαμε, το δείχνει η άνεση με την οποία ακόμη και σήμερα, στο και πέντε πλέον, βγαίνουν περισπούδαστοι και καλοζωισμένοι ακαδημαϊκοί άνδρες και μας λένε,”τι τις φοβάστε τις εκλογές, είναι η γιορτή της δημοκρατίας!”
Βρέ μυστήριοι τύποι, εάν εννοείτε, ότι το κοινοβούλιο που διαλύθηκε, ήταν το απαύγασμα μιας γιορτής, τότε είστε άθλιοι ψεύτες και δολιοφθορείς κάθε έννοιας δημοκρατικότητας και αρέσκεστε να φιγουράρετε στις μπαλκονόπορτες και στούς φεγγίτες των καναλιών που σας κανακεύουν, προσέχοντας μην αγγίξει κανένας Σας το πτώμα το οδωδός και τυμπανιαίον, του πολιτικού συστήματος πού καταγγέλλετε (!) και που αυτό Σάς έκανε τέτοιους γλιτσερούς υπηρέτες. Ή όχι;
Σας το ‘πε κι ο Μπίρμαν,
“Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τού κάθε τόπου, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά, αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας γδαρτάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τούς μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς, με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί, μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.”
Σ’ αυτές τις εκλογές θα πάμε να ψηφίσουμε, εάν θέλουμε ν’ αλλάξουμε την κοινωνία και τη ρότα μας προς τα μπροστά κι όχι αν ποθούμε να βγούμε στη σύνταξη από το δημόσιο στα τριανταπέντε και να μας ταΐζει ο Λαφαζάνης με το Μηλιό – αλήθεια, τι έγινε το παλληκάρι αυτό; – …
Αλήθεια, θα φέρουν πίσω τα κλεμμένα αλλά και τα αποθηκευμένα των προηγούμενων, των δικώνε τους τώρα; κι όχι μόνον των φανερών, αλλά και των από πίσω τους που προσμένουνε την ώρα να σημάνει η ανάσταση και δεν κρατάνε βέβαια και το ντουφέκι όπως θα ήθελεν ο Ρίτσος, αλλά τη δραχμάρα και τις συμβάσεις της υποτέλειας μας…
Θα πάμε να αποφασίσουμε εάν σ’ αυτή τη χωρά θα πρέπει να λειτουργούν τα σχολεία όπως πρέπει και ώρες πολλές για να μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά μας, κι όχι να μειώνουν τις ώρες τους οι δασκάλοι και οι καθηγητές και να πληρώνουν τσουβάλια μαύρο χρήμα στα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα οι γονιοί. Τους ίδιους, πού διπλοπληρώνονται.
Θα τρέξουμε, γιατί 25 μέρες μάς μείνανε, να κουβεντιάσουμε, εάν όντως θέλουμε ν αρχίσουμε σα χώρα, να παράγουμε, τουλάχιστον ένα καλό ποσοστό, αυτών που καταναλώνουμε, κι όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, πράγμα που, με τη σειρά του βέβαια, σημαίνει, πως το πανηγύρι που στήσανε οι επιτήδειοι, με τα λεφτά του αγροτικού ταμείου, διαλύεται και κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε νέες μικρές παραγωγικές και μεταποιητικές μοναδούλες, διάσπαρτες σε όλη την Ελλάδα.

Θα κυνηγήσουμε, αυτές τις 25 μέρες που μας απομείνανε, να πείσουμε και τον τελευταίο δύσπιστο, πως τέρμα τα κέκια και τα σεμινάρια κι οι ελεημοσύνες και τα αντίδωρα δήθεν για τους ανέργους, που τους καταρτίζουμε, πως θα μείνουν μια ζωή άνεργοι και παράσιτα, αποσυνάγωγοι, εφόσον καταρτίζουμε, Θεέ και Κύριε, στο θεατρικό παιχνίδι, άνεργους οικοδόμους ή μουτζούρηδες από το μέταλλο. Και μάλιστα πριν λίγο καιρό αποφασίσαμε να καταρτίσουμε, ακόμη και τους άστεγους, πώς να ζουν χωρίς στέγη πάνω από το κεφάλι τους, για να μην μένουν ατάϊστοι οι κεκατζήδες και οι «ημέτεροι».
Ν’ αλλάξουμε θα πασχίσουμε. Και θέλει πόνο και κόπο και συγκρούσεις. Με φιλάκια και φιλοφρονήσεις, δεν γίνεται δουλειά. Θα χτυπηθούμε με το παλιό και το βρώμικο. Δεν μας ταιριάζει, σαν ράτσα, τόση αθλιότητα. Και μόνον την αλήθεια θα λέμε. Όλη την αλήθεια και για όλους μας. Ναι θα τιναχτεί η μπάνκα στον αέρα, εάν όντως θέλουμε να πάρουμε τη ρότα την καλή. Ναι θα μείνουμε μονάχοι, επειδή διαλέγουμε δρόμο, που οι καλομαθημένοι φίλοι μας δεν ανέχονται, γιατί βολεύτηκαν στην ευκολία τους και φυσικά αρνούνται να ξεκουνηθούνε από τη βολή τους. Θα κάνουμε καινούργιους φίλους. Καλύτερους.
Θα φτιάξουμε τα σπίτια μας, γύρω-γύρω στη μεγάλη πλατεία και στη μέση πιά κανένα τέμενος και παραμύθια. Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά, πως λέει κι ο ποιητής.
Κι ο ποιητής είχε πλήρη επίγνωση ότι μετά την ήττα πρέπει να δίνεις, ξανά-μανά, μάχη και αγώνα καλό. Μας είπε ότι πρέπει η μάχη να δίνεται μετά την αηδία.
“Τώρα πια μιλάμε χωρίς αυταπάτες, χωρίς ηθικολογικές προκαταλήψεις…
για μια σκέτη αξιοπρέπεια.
Γιατί είναι δύσκολο να φανταστείς τον Δον Κιχώτη ψύχραιμο…
…να γνωρίζει ότι οι ανεμόμυλοι είναι πραγματικοί και μολαταύτα να τους πολεμά.
Η μάχη να δίνεται μ ε τ ά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας – μη συναντηθείς σε καμιά παρακαμπτήριο μαζί τους”
Μήπως αντί για όλα αυτά τα ρυπαρά, βρεθούν μπροστά σου, σε καμιά παρακαμπτήριο, και καινούργιοι ποιητές.
ΚΑΛΕΣ ΧΡΟΝΙΕΣ.

Σ’ αυτόν το δρόμο που διάλεξες να πας,
κύττα να προφτάσεις τον καιρό,
που ‘ναι σαν το κύμα τ’ αρμυρό”
(χορεύει και σαλτάρει ο Σαλονικιός…)
Δεν ξέρω εάν πήραμε χαμπάρι, για το τι μας συνέβηκε, πριν λίγες μέρες.
Χιτλερικοί νεοναζί – φερόμενοι ως εγκληματίαι – (όπως θα ‘λεγε και εγγράματος του Τύπου και του υπογραμμού),
κάποιοι ψεκασμένοι, που μας κοροϊδεύουν ψιλό γαζί, με διάφορα καρναβάλια και Ηρακλήδες Πουαρό,
κάποιοι εξαερωμένοι, που πασχίζουν να διασωθούν, ως ανύπαρκτοι μες την οχλαγωγία και την οχλοβοή,
κάποιοι που η θειά τους, την πάει την επιστολή και που ποτέ δεν ενδιαφερθήκαν, για τίποτις άλλο, εκτός από το τομάρι τους
και κάτι εξουσιολάγνοι – αντιεξουσιασταί παντός καιρού, από εγκάθετους γουναράδες, μέχρι τραμπούκους.
Κι άλλοι, που από το βήμα της βουλής ονόμασαν άνθρωπο σε αναπηρικό καρότσι, “ο σακάτης”, επειδή δεν τους άρεζεν η μούρη του, και μετά διαμαρτύρονται που οι άλλοι ανακατεύονται με τα δικά μας.
Και λοιποί κονομημένοι λάθρα και κλέφτικα, μέχρι το δεξί χέρι και το πόδι και άλλα, του κάθε πασοκ-Άκη.
Μ’ άλλα λόγια, μια ετερόκλητη μειοψηφία του κοινοβουλίου…
Ολοι ετούτοι, γκρέμισαν με τρόπο εκβιαστικό και πρόστυχο, την, κακή βέβαια, κυβέρνηση
για να ζήσουμε χρονιάρες μέρες μια ακόμα Εθνική Περπέτεια.
‘Επραξαν όπως κάθε γνήσιος ελληνάρας, με παράνομο εξοχικό, με ημιυπαίθριο αδήλωτο, φοροκρυπτόμενος, που διπλοπαρκάρει από ιδεολογία και φτύνει καταγής από μαγκιά, που κλωτσάει τον αλβανό και δεν πληρώνει τη φιλιπινέζα του, που βγάζει το πακέτο από την τσέπη του, για να λαδώσει το διασώστη, να τον πάρει πριν από τους άλλους, μέσα στο μεγάλο κακό και την καταστροφή, ή που σμπρώχνει τη μάνα με τα δυο παιδιά για να προλάβει να χωθεί η σαπιοκοιλιά του στο καλάθι για το ελικόπτερο, που σεληνιάζεται, όταν τα έγκυρα και έγκαιρα μασσ-μήδια, βρίσκουν τον Πάντα-Ξένο-Αίτιο και φτύνουν τον πάσα άλλον και βγάζουν πάντοτε αυτόν τον αχρείο νικητή και δικαιωμένο…
Ετσι όλοι ετούτοι, αυτό που τους ένοιαζε, δεν ήταν απλώς να γκρεμίσουν την κυβέρνηση και να φέρουν την αναμπουμπούλα, όπου και πάλι θα χωθούν να κονομήσουν να φάνε να πιούνε κι εμείς αποσβολωμένοι και θλιμμένοι να κοιμηθούμε,
αλλά να δείξουν ότι δ ε ν γ ο υ σ τ ά ρ ο υ ν ν’ αλλάξει το οτιδήποτε, να ‘ναι όλα όπως πριν κι ακόμη πιο χαλαρά. Όξω βρωμο-ευρώπη, ρεκάζουν…
Στις εκλογές του 12, ξεκίνησεν η πρώτη φάση, της ρευστοποίησης του πολιτικού συστήματος και βγήκαν στη φόρα, όλα τούτα τα σκύβαλα, που συναποτελούσαν το κοινοβούλιο, που έκλεισεν ο Παπούλιας με διάταγμα του, στην τριανταένα του μηνού…
Ήταν στ’ αλήθεια τραγικό, αλλά και αληθινό, πως ο μικρός φασίστας που θέριευε μέσα στα σπλάχνα (του γίγαντα) λαού και δε θέλω αηδίες και ”μα πως το λέτε αυτό!” και άλλαι τέτοιαι φιλοφρονήσεις, Έδωκε φωνή κοινοβουλευτική στο ναζισμό, σε κάθε υπαρκτή μορφή ζαβού, ψεκασμένη, άνευ άνευ, με ολίγη και σκορδοστούμπι και ντουζλαμά ψιλοκομμένη, με δήθεν «αριστερό» τσεμπέρι και ταγάρι, ή ακόμη και με πράντα και γκούτσι και μυαλό κουκούτσι και πάει λέγοντας…
Κι όλο αυτό το συμπίλημα, ήτανε λέει κοινοβούλιο που κατηύθυνε τις τύχες της χώρας μας…
Έλα τώρα, θα με πείς, δεν είναι όλοι ίδιοι, μην εξισώνουμε τους πάντες, μην προσπαθούμε να ευτελίσουμε και εξαθλιώσουμε, την εικόνα της πολιτικής.
Μα αυτό ακριβώς ουρλιάζουμε εδώ και χρόνια ότι ετούτο μόνον πολιτική δεν είναι, είναι μια παράσταση κακοπαιγμένη που έβγαλε κονομημένους ακόμη και στην περίοδο της βαθειάς ύφεσης και της ανέχειας, που συνέχιζαν να μασάνε με δώδεκα μασέλες, τα κοινοτικά κονδύλια και τα βάουτσερ και τις επιδοτήσεις, σε διακομματικές συμφωνίες…
Τα ακούσατε; Ναι, σε ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ, από τη μιαν άκρη μέχρι την άλλη.
Αυτά όλα έχουμε ν’ αλλάξουμε. Όχι να φάμε αμάσητη, πάλι, τη Νέα Αλλαγή – παραμύθα.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ.
ΜΙΤ