Μία «ξεχασμένη» εισφορά του 1975 επιβαρύνει πρόσθετα και αναίτια τα δάνεια

43 χρόνια πριν ψηφίστηκε ο νόμος 128 με τον οποίο επιβλήθηκε μια ποσοστιαία εισφορά στα επιτόκια διαφόρων κατηγοριών δανείων που σκοπός της ήταν η επιδότηση του δανεισμού των εξαγωγικών επιχειρήσεων, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές οι εξαγωγές της χώρας.
Σήμερα, ο σκοπός θέσπισης της εισφοράς αυτής δεν υφίσταται, η ίδια όμως εξακολουθεί να εφαρμόζεται και να βαρύνει τους, ήδη ευρισκόμενους στα όρια τους, δανειολήπτες της χώρας ενώ παράλληλα κανείς δεν γνωρίζει για ποιους σκοπούς διατίθενται τα έσοδα από αυτήν καθώς αυτά δεν εγγράφονται πλέον στον κρατικό προϋπολογισμό αλλά τηρούνται σε ειδικό λογαριασμό του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδος προς «αλλότριους σκοπούς».
Επαγγελματικά Επιμελητήρια, Σύνδεσμοι Εξαγωγέων, Ενώσεις βιομηχανικών και επιχειρηματικών κλάδων σε όλη την Ελλάδα έχουν ζητήσει κατ’ επανάληψη από τις κυβερνήσεις να μεριμνήσουν για την κατάργηση της εισφοράς του Ν.128/75 η οποία για τα επιχειρηματικά δάνεια είναι 0,6% και συνιστά καθαρό χαράτσι το οποίο επιβαρύνει αναίτια το κόστος δανεισμού.
Για ποιους λόγους συνεχίζει να υπάρχει η εισφορά του Ν.128/75; Πόσα ήταν τα έσοδα από την εφαρμογή της τα τελευταία χρόνια και σε ποιους σκοπούς έχουν διατεθεί; Σε τι ύψος ανέρχεται το ποσό της επιβάρυνσης που προκύπτει από την εφαρμογή της στο συνολικό οφειλόμενο ποσό από τα κόκκινα δάνεια; Και εν τέλει, είναι στις προθέσεις της κυβέρνησης να προχωρήσει στην κατάργησης της; Είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο βουλευτής με το ΠΟΤΑΜΙ Γρηγόρης Ψαριανός σε Ερώτηση που κατέθεσε στους υπουργούς Οικονομικών και Οικονομίας & Ανάπτυξης.

Ολόκληρο το κείμενο της Ερώτησης, έχει ως εξής:

Προς τους Υπουργούς:
1. Οικονομικών
2. Οικονομίας και Ανάπτυξης

Θέμα: «Κατάργηση της υποχρεωτικής εισφοράς Ν.128/1975 που επιβαρύνει χωρίς λόγο τα επιχειρηματικά δάνεια»
Με το νόμο 128 του 1975 επιβλήθηκε μια ποσοστιαία εισφορά στα πάσης φύσεως επιτόκια των δανείων. Σκοπός της εισφοράς αυτής ήταν η επιδότηση επιτοκίων ειδικών κατηγοριών επιχειρηματικών δανείων και συγκεκριμένα η πριμοδότηση του δανεισμού των εξαγωγικών επιχειρήσεων, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές οι εξαγωγές της χώρας.
Σήμερα και ενώ ο σκοπός της θέσπισης της υποχρεωτικής αυτής εισφοράς δεν υφίσταται εδώ και δεκαετίες, αυτή εξακολουθεί να επιβαρύνει τους δανειοδοτούμενους. Όσον αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια η επιβάρυνση είναι 0,6%.
Μάλιστα, μετά από σχετικές αλλαγές στο νομικό πλαίσιο τα έσοδα από την συγκεκριμένη εισφορά τηρούνται σε ειδικό λογαριασμό του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδος και προορίζονται για «αλλότριους σκοπούς».
Η κατάργηση της εισφοράς του Ν.128/75 αποτελεί πάγιο αίτημα εδώ και χρόνια του επιχειρηματικού κόσμου. Επαγγελματικά Επιμελητήρια, Σύνδεσμοι Εξαγωγέων, Ενώσεις βιομηχανικών και επιχειρηματικών κλάδων σε όλη την Ελλάδα έχουν ζητήσει κατ’ επανάληψη από τις Κυβερνήσεις να μεριμνήσουν για την κατάργηση της εισφοράς του 0,6%, η οποία επιβαρύνει άνευ λόγου το κόστος δανεισμού πολλώ δε μάλλον στις μέρες μας με την υπερφορολόγηση που βαρύνει επαγγελματίες και επιχειρηματίες, τα καθημερινά λουκέτα, την πτώση της κατανάλωσης, τον ήδη τεράστιο όγκο ληξιπρόθεσμων δανείων.
Το Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ) με πρόσφατη επιστολή του προς τους υπουργούς κ. Τσακαλώτο και κ. Δραγασάκη, επισημαίνει την επιτακτική ανάγκη της άμεσης κατάργησης της εισφοράς αυτής, η οποία όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο πρόεδρος του ΕΒΕΘ κ. Μασούτης «αποτελεί σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων της χώρας μας από τις τράπεζες, εις βάρος της ανταγωνιστικότητας τους και των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας».
Στην ίδια επιστολή αναφέρεται και το γεγονός πως ήδη οι τράπεζες σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων προσφέρουν ειδικά δάνεια στις ελληνικές επιχειρήσεις για τη χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων και αναγκών κεφαλαίων κίνησης, με απαλλαγή από την εισφορά του 0,6% του Ν. 128/75, με αποτέλεσμα να εισάγονται κατ’ αυτόν τον τρόπο στρεβλώσεις στην αγορά δανείων.

Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιτρέπει την επιδότηση των εξαγωγικών επιχειρήσεων, τα έσοδα από την εισφορά του Ν.128/75 δεν εγγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό ενώ τίθεται και θέμα νομιμότητας.

Δεδομένου ότι η τόσο εξαγωγική δραστηριότητα όσο και το σύνολο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της χώρας αντιμετωπίζει πολύ μεγάλες δυσχέρειες και η κατάργηση της εισφοράς θα βοηθήσει έστω και μερικώς στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης.

Δεδομένου ότι έχουν εκδοθεί αρκετές δικαστικές αποφάσεις σύμφωνα με τις οποίες οι επιβαρύνσεις που προκύπτουν από την εισφορά του Ν.128/75 θεωρούνται καταχρηστικές και άκυρες.

Δεδομένου ότι η εισφορά του 0,6% αποτελεί καθαρό χαράτσι το οποίο επιβαρύνει αναίτια το κόστος δανεισμού χωρίς κανείς να γνωρίζει επακριβώς επί ποιων ποσών υπολογίζεται η επιβάρυνση ούτε για ποιους σκοπούς διατίθενται τα έσοδα από την εκάστοτε κυβέρνηση,

Ερωτώνται οι κ.κ. Υπουργοί:
1. Για ποιους λόγους συνεχίζει να υπάρχει η εισφορά του Ν.128/75 και ποιους σκοπούς εξυπηρετεί;
2. Είναι εις γνώσιν σας το ακριβές ποσό που αντιστοιχεί στην επιβάρυνση που προκύπτει από την εισφορά του Ν.128/75 στο συνολικό οφειλόμενο ποσό από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και πόσο είναι αυτό;
3. Πόσα ήταν τα έσοδα από την εισφορά αυτή για τα έτη 2016 και 2017;
4. Αναφέρατε αναλυτικά για ποιους σκοπούς έχουν διατεθεί μέχρι σήμερα τα έσοδα από την εισφορά του Ν.128/75 που έχουν κατατεθεί στον ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος.
5. Σκοπεύετε να προχωρήσετε στην κατάργηση της εισφοράς 0,6% του Ν.128/75 που εξακολουθεί να επιβαρύνει τα επιχειρηματικά δάνεια ενώ ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε έχει πάψει να ισχύει εδώ και πολύ καιρό;
6. Ποιοι άλλοι τύποι δανείων συνεχίζουν να επιβαρύνονται με την εισφορά του Ν.128/75 και με ποιο ποσοστό επί του επιτοκίου;

Ο ερωτών βουλευτής
Γρηγόρης Ψαριανός – Β’ Αθηνών