Νέες αφίξεις στην χώρα των προθύμων.

ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο, 02/03/2019
https://www.tanea.gr/print/2019/03/02/greece/nees-afikseis-sti-xora-lfton-prothymon/

Ήξεις, αφήξεις, ουκ εν πολέμω θνήξεις, ακούς να λένε στα χωριά, οι γέροντες τα βράδια, κάτι μυστήρια πράγματα που χτίζουν τα σκοτάδια.
Θα πας, θα γυρίσεις, δεν θα πεθάνεις στον πόλεμο, εκτός αν βάλεις το ουκ και το κόμμα σε άλλη θέση, οπότε μπορεί και να λέει θα πας, δεν γυρνάς, πέθανες.
Είναι αυτό που λέμε στην πόλη, εμείς οι νεότεροι, όλα εδώ πληρώνονται, θες δεν θες, είτε βάλεις ουκ είτε μετακινήσεις το Κόμμα, με κάπα κεφαλαίο.
Πλάκα έχει, διότι οι χρησμοί είναι σαν το λάστιχο, μαζεύουν και τεντώνουν κατά το δοκούν ή μάλλον όπως βολεύει την Πυθία, μόνο μη σκίσει κανα καλσόν, εκεί στις βαθιές εισπνοές, και μετά, τρεχάτε ποδαράκια μου.
Τι εννοεί ο καλλιτέχνης θα μου πείτε, συναγωνιστές και συναγωνίστριες, και με το δίκιο σας στην πλάτη, διότι νόμος είναι το δίκιο του εργάτη. Εννοεί ότι όλα γίνονται όπως πρέπει αρκεί να υπάρχουν οι πρόθυμοι και να έχουμε υπομονή.
Ποιοι πρόθυμοι, τι ποιοι πρόθυμοι;
Κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός, στο τέλος θα το δείτε κι εσείς, θα τα δούμε όλοι όλα στο τέλος, στο τέλος που ξυρίζουν το γαμπρό και τους κουμπάρους, ενίοτε.
Άκου ποιοι πρόθυμοι… Παντού και πάντα θα υπάρχουν πρόθυμοι.

Κάποτε ήταν οι συριζαίοι κι ο Τσίπρας στη Βουλή που χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτό, και μάλιστα με ιδιαιτέρως περιφρονητικό και απαξιωτικό τρόπο, αναφερόμενοι σε όσους δεν ήταν αρκούντος αντιμνημονιακοί, να χορεύουν στις πλατείες, να σπανέ, να καινέ και να στήνουν κρεμάλες.

Τότε, πρόθυμοι ήταν αυτοί που ψήφιζαν και εφάρμοζαν τα καταστροφικά για τη χώρα μνημόνια, τα οποία σχεδίαζαν και υπαγόρευαν οι τοκογλύφοι δανειστές και που αυτά έφεραν την κρίση κι όχι η κρίση τα μνημόνια. Κι αυτό το έκαναν συνειδητά γιατί απλούστατα ήταν ανάλγητοι, συνεργάτες των γερμανών κατακτητών, τσολάκογλου, κουίσλινγκς και κουκουλοφόροι, μετά συγχωρήσεως.
Μετά ήρθαν οι νταουλιέρηδες, οι επόμενοι πρόθυμοι, αυτοί οι ίδιοι που είχαν λανσάρει είπαμε και τον όρο και το προθυμόμετρο, για να ψηφίσουν και να εφαρμόσουν νέα κόλπα –δεν τα έλεγαν μνημόνια πια- χωρίς καθόλου να είναι δωσίλογοι και γερμανοτσολιάδες, το έκαναν μόνο για το καλό της χώρας γιατί ήταν περήφανοι, ξέχειλοι ακσιοπρέπειας, λεβέντες και καραμπουζουκλήδες.
Και που τώρα, αντί να παίζουν αυτοί τα όργανά τους, νταούλια και ζουρνάδες, μπαγλαμάδες και μπουζούκια, και να χορεύουν οι αγορές, έπαιζαν οι αγορές γκάιντες και γιουκαλίλια.
Κι όλα τα κρουστά του Στρασβούργου και τα φλαμπούτσα έπαιζαν για να χορεύουν οι λεβέντες μας τσιφτετέλια και χασαποσέρβικα, αλλά όχι στις πλατείες, όμως.
Μέσα, κλειδαμπαρωμένοι, με γύρω τριγύρω κλούβες μη μας πιάσουν οι χωροφυλάκοι και ντίρλα και παφ και πουφ οι τσιμπουκιές, στο κουτούκι του Μαξίμου, στο καπηλειό με τ’ όνομα. Και βάλτε κορίτσια τσίπουρα, φέρτε παιδιά τα πούρα, Μαλάμω με τη φούρια σου, βάρα τα κουμπούρια σου και μπαμ και μπουμ οι κουμπουριές…
Και επειδή ο θεός αγαπάει τον νοικοκύρη αλλά πιο πολύ αγαπάει τον κλέφτη –και τον ψεύτη, εννοείται, αλλά και τον νεόπλουτο γλεντζέ ακτιβιστή στην περίπτωσή μας..-, εκεί που πήγε να χαλάσει το κόλπο όταν τα βρόντηξε ο ψεκαστής κι ο κεραστής, ο αρχιπτέραρχος και πήγαινε να σχολάσει ο γάμος, τσάααακ έσκασαν οι ακόμα πιο κατακαινουργότεροι πρόθυμοι, να κάνουν σκάντζα βάρδια. Και να, τα παστοκύδωνα και να, τα μαντολάτα.

Ανεβήκανε λοιπόν πάνω στο Γεφύρι, δίπλα στο παιδί της Άρτας, παλιοί και νέοι καπεταναίοι, κλέφτες και αμαρτωλοί, αποφασισμένοι να σώσουν την κατάσταση, μη και ξαναγυρίσουν οι άλλοι πράσινοι και μπλε, οι δικοί τους που μαζί τα τρώγανε παλιά, αλλά εδώ σού λέει καλύτερα να τρώμε με τους φρέσκους, τώρα που γυρίζει.

Και μαζευτήκανε που λες και συνωστισθήκανε να βάλουνε πλάτη, κάτι κυριλέ κυριούλες από σπίτια, με τα γαλλικά τους και το πιάνο τους, άλλες πότε με κουραμπιέδες και πότε με αγγούρια, και κάτι ιπτάμενοι και τζέντλεμεν, κάποιοι πάνω στη Γέφυρα κι οι άλλοι από κάτω, για τον κοινό όμως σκοπό.
Και φιλόσοφοι και θυμόσοφοι και φισιοδίφες, πολλοί.
Και φυσιοφίδες.
Παλιοί πρόεδροι, διάσημοι αγωνιστές δημοσιοκάφροι, ουουου, και δημαρχαίοι και κυπατζήδες κάνα δυο, μάστερ σεφ απ’ τα εστιατόρια που τρων τα συνεργεία και δυο κηπουροί, απ’ τους κρεμαστούς κήπους του Καστελόριζου, που παρ΄ όλο που είχαν ξεχεστεί μεταξύ τους οι αγωνισταί, παλαιότερον, έκαναν πέτρα την μεγάλη τους καρδιά και φιλιώσανε και φιλιόσαντε, για το καλό μας.
Ένας επαγγελματίας κεντροαριστερός μάλιστα, στέλεχος μιλάμε τώρα, από τους αποπάνω από την Γέ-φυρα, έδινε το γενικό πρόσταγμα στους αποκάτω, στην σκέτη φύρα, κι ας μην ταιριάζανε.
Τώρα πια, συμπεθεριάζανε.
Μείναν και κάτι ψεκασμένοι, σκούροι μπλε και πράσινοι κόκκοι, που τραγουδάγανε “εμείς οι μαύροι κλέφτες” της πράσινης κλεφτουριάς, όλοι με όρεξη μεγάλη κι αυταπάρνηση πολλή, μαζί με τους κόκκινους και τους ροζέ καπεταναίους, να κάνουν ό,τι μπορούν μη τυχόν και γίνει καμιά στραβή -στη βάρδια τους..- και βαρέσει διάλυση του κουτρούλη ο γάμος.
Ό λ α τα άλλα είχαν πια τώρα, όλα ξεχαστεί!
Και θερίσανε πλήθος τα θηρία. Και άλλους εμάζωξαν.
Και την άλλη μέρα, εστήσανε στον τοίχο τριάντα.
Αργύρια, εννοείται, για να τα βλέπουν κι άλλοι πρόθυμοι, μπας και τσιμπήσουν και βάλουν κι αυτοί κάνα χεράκι, για την πατρίδα, ρε γαμώτο!
Με πείσμα και πίστη, μα τη μπίστη μου, και πέρα και δώθε, πάνω και κάτω απ’ την καινούργια Γέφυρα, μπας και σώσουμε την π α ρ τ ί δ α, που ‘λεγε κι ο φουστανελάς, πού ‘χε πληγές σαράντα -γι’ αυτό κι αλαφροΐσκιωτοι είμαστε λίγοι πάντα.
Και αποστασιοποιημένοι από παλιές αποστασίες οι νέοι αποστάτες, ετραγουδούσανε, που λέτε κι ενώ φουρτούνιαζε κάτω απ’ το γιοφύρι το νερό, καντάδες και ρεμπέτικα κι αντάρτικα πολλά.
Και ροκ μπαλλάντες…
Like a bridge over troubled water.