Ο ΣΑΝΤΙΑΓΟ ΡΟΝΚΑΛΙΟΛΟ ΓΙΑ ΤΟ «ΦΩΤΕΙΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ»

«Μια λεπτή γραµµή χωρίζει τον ήρωα από το τέρας»
Της Μικέλας Χαρτουλάρη

ΤΑ ΝΕΑ Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Tο βιβλίο του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο «Η τέταρτη Ροµφαία» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη
Εκανε µπεστ σέλερ όχι κάποια ροζ ιστορία αλλά την ιστορία της ακµής και της παρακµής της ένοπλης πάλης στο Περού. Πρωταγωνιστές το Φωτεινό Μονοπάτι, η αντάρτικη οργάνωση που η σύγκρουσή της µε το κράτος προκάλεσε 70.000 νεκρούς, και ο αµετανόητος ηγέτης της, Αµπιµαέλ Γκουσµάν.
Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο µιλάει για όλα αυτά στα «ΝΕΑ» λίγο πριν από τη σχετική συζήτηση στον «Ιανό»
Το Φωτεινό Μονοπάτι ήταν µάλλον το πιο βίαιο επαναστατικό κίνηµα στη Λατινική Αµερική, «όµως είχε κάποια πολιτική στόχευση», ενώ τα εγκλήµατα των διεφθαρµένων εκπροσώπων του Νόµου που το κυνήγησαν «ήταν σκέτη σφαγή», λέει κάπου ο εισαγγελέας Τσακαλτάνα, κεντρικός ήρωας του Σαντιάγο Ρονκαλιόλο στον «Κόκκινο Απρίλη».

Κάτοικος της Βαρκελώνης πλέον, ο περουβιανός συγγραφέας ήταν 30 χρονών όταν τιµήθηκε µε το µεγάλο βραβείο Αλφαγκουάρα γι’ αυτό το αστυνοµικό µυθιστόρηµα που αποτύπωσε την ακραία αιµατηρή σύγκρουση µεταξύ των ανταρτών του Φωτεινού Μονοπατιού και των ενόπλων δυνάµεων _ κρατικών ή παρακρατικών _ στο Περού κατά την περίοδο 1980-1992. Και ήταν στα 32 του όταν κυκλοφόρησε την «Τέταρτη Ροµφαία» (σ.σ.: …του µαρξισµού): το υβριδικό µυθιστόρηµα-βιογραφία-µελέτη για τον Αµπιµαέλ Γκουσµάν, µαοϊκό ηγέτη του «… Μονοπατιού» και άλλοτε καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήµιο του Σαν Κριστόµπαλ, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του πρωτοπόρο της επανάστασης όπως ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Μάο, και χλεύαζε τον Τσε. Στον «λαϊκό πόλεµο» που κήρυξε στο αστικό κράτος, ο άγριος, σχεδόν θεατρικός, τρόπος µε τον οποίο τιµωρούσε το «Μονοπάτι» τα θύµατά του ήταν χαρακτηριστικός. Η οργάνωση έκανε επιδροµές σε φυλακές, πρεσβείες, αστυνοµικά τµήµατα και σκότωσε (µε µατσέτες, όχι πυροβόλα όπλα) στρατιωτικούς, στελέχη κυβερνητικών κοµµάτων, εργατοπατέρες, έναν καθηγητή πανεπιστηµίου αλλά και «προδότες» ινδιάνους ή χωρικούς. Ωστόσο, στα βιβλία του ο Ρονκαλιόλο επιµένει εξίσου στα αιµατηρά αντίποινα της κεντρικής εξουσίας που επέβαλε στρατιωτικό νόµο σε πέντε επαρχίες, δηµιούργησε οµάδες κρούσης οπλίζοντας τους χωρικούς για να «αµυνθούν» ενάντια στους αντάρτες, προχώρησε σε απαγωγές, εξαφανίσεις και εξωδικαστικές εκτελέσεις φοιτητών, καθηγητών, δηµοσιογράφων, δικηγόρων ή και αγροτών, έσφαξε κρατουµένους, ενώ έστειλε την αστυνοµία στα πανεπιστήµια και τον στρατό στις παραγκουπόλεις της Λίµας και στα ορεινά χωριά των επαρχιών του Νότου.

Ο 76χρονος σήµερα Γκουσµάν, που βγήκε στα 45 του στην παρανοµία, δεν µετανόησε ποτέ για τις επιλογές του παρότι δέχτηκε κριτική από µεγάλο µέρος της Αριστεράς. Από το 1992 βρίσκεται καταδικασµένος σε ισόβια σε ένα κελί 2Χ3, στην ίδια φυλακή όπου οδηγήθηκε µε την κατηγορία της διαφθοράς και ο µεγάλος διώκτης του, ο τέως πανίσχυρος υπουργός και σύµβουλος της Υπηρεσίας Πληροφοριών Βλαδιµίρο Μοντεσίνος… Ο Ρονκαλιόλο µπήκε βαθιά σ’ αυτήν την υπόθεση στα τέλη του ’90 όταν, δουλεύοντας στον Συνήγορο του Πολίτη για τα Ανθρώπινα Δικαιώµατα, έκανε µια έρευνα για τις εξαφανίσεις ανθρώπων στη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης. Τότε εγκατέλειψε τη βολή, όπως λέει, της Αριστεράς του καναπέ («caviar left») και άρχισε να επισκέπτεται τις φυλακές. Δεν συνάντησε τον ίδιο τον Γκουσµάν αλλά µίλησε µε τους υπαρχηγούς του, µε τη δεύτερη σύντροφο και συναγωνίστριά του, Ελένα Ιπαραγίρε, τους συγγενείς του, τον δικηγόρο του, όπως µίλησε και µε βασανιστές και µέλη των ειδικών δυνάµεων που εφάρµοσαν µε πρωτοφανή αγριότητα την κρατική καταστολή. Από αυτήν την έρευνα γεννήθηκαν τα δύο λογοτεχνικά βιβλία του που έγιναν ανάρπαστα (κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη).

Στη συνέχεια έκανε στροφή ως συγγραφέας σε άλλου τύπου κοινωνικά µυθιστορήµατα και σήµερα, στα 35 του, ζώντας πια µόνιµα στην Ισπανία, αρθρογραφώντας σε εφηµερίδες και δουλεύοντας στο ραδιόφωνο, µοιάζει περισσότερο αποστασιοποιηµένος από τα επαναστατικά κινήµατα της Λατινικής Αµερικής, όπως φαίνεται και από τη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ». Ωστόσο, όταν κανείς συζητά µαζί του, όταν δει την εκποµπή της ΕΤ1 «Κεραίες της εποχής µας», όταν τον έχει ακούσει στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης το 2008, και όταν διαβάσει τα βιβλία του, βλέπει µια θάλασσα αποχρώσεων σ’ αυτήν τη συναρπαστική ιστορία. Μια ιστορία που συνδέεται άµεσα µε τα κοινωνικά οράµατα και τα πολιτικά σκαµπανεβάσµατα που ξεσήκωσαν και τραυµάτισαν τη Λατινική Αµερική στην 30ετία που κυριάρχησαν οι δικτατορίες και η µετάβαση στη δηµοκρατία.

«Ο Γκουσµάν ήταν ένας θεωρητικός της βίας»

«Στις δεκαετίες του ’60, του ’70 ως και τις αρχές του ‘80», εξηγεί ο Ρονκαλιόλο, «ο απλός λαός σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αµερικής υποστήριζε τα επαναστατικά αντάρτικα κινήµατα επειδή πίστευε πως αυτά θα τον οδηγούσαν σε κοινωνικές αλλαγές. Στο Περού, µια χώρα µε τεράστιες ανισότητες, φυλετικές, ταξικές, πολιτισµικές, που ακόµα διατηρούνται, η κατάσταση ήταν εκρηκτική. Ο κόσµος της υπαίθρου υποστήριξε λοιπόν το Φωτεινό Μονοπάτι προκειµένου να λειτουργήσουν πιο εύρυθµα οι εκεί κοινωνίες. Διότι στις περιοχές που έδρασε αυτή η οργάνωση, γύρω από το Αγιακούτσο, περιοχές όπου παραγόταν κοκαΐνη, ο νόµος ήταν απών και κυριαρχούσε η αυθαιρεσία. Προτιµούσαν λοιπόν οι κάτοικοι ακόµα και τη σκληρότητα του «Μονοπατιού» από το τίποτα. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια στιγµή η οργάνωση είχε γύρω στους 100.000 υποστηρικτές. Ωσπου είδαν ότι οι δηµοκρατικοί θεσµοί µπορούσαν να είναι πιο αποτελεσµατικοί. Το κακό είναι ότι η δηµοκρατία προχωρά µε πολύ πιο αργούς ρυθµούς απ’ ό,τι η βία…».

Η σύγκρουση του Φωτεινού Μονοπατιού µε τις κρατικές και παρακρατικές δυνάµεις του Περού άφησε πίσω της 69.280 νεκρούς. Ωστόσο είναι ισχυρή ακόµη η άποψη που βλέπει θετικά τη δράση των αντάρτικων οργανώσεων στη Λατινική Αµερική του ‘60, ‘70, 80 στον βαθµό που λειτούργησαν ως απειλή εναντίον καθεστώτων που συµπεριφέρονταν ολοκληρωτικά ή ως εκδικητές στο όνοµα ενός κόσµου που υπέφερε
από την ασυδοσία πολιτικών ή στρατιωτικών. Θα συµφωνούσατε µε αυτήν την άποψη;

Το Φωτεινό Μονοπάτι δεν γεννήθηκε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Ηταν µια εξέγερση ενάντια στη δηµοκρατία και η πρώτη ενέργεια των µελών του ήταν να πυρπολήσουν κάλπες στις εκλογές του 1980 που ανέδειξαν τον Μπελαούντε. Η δράση του είχε ως αποτέλεσµα δέκα χρόνια αργότερα ο λαός του Περού να εκλέξει µια αυταρχική δεξιά κυβέρνηση. Το ίδιο συνέβη στην Κολοµβία ή στην Κεντρική Αµερική. Και σε πολλές περιπτώσεις τα αντάρτικα ωφέλησαν άµεσα δικτάτορες ή εµπόρους όπλων παρέχοντάς τους νοµιµοποίηση.

Κάποιες κοινωνικές συνθήκες όµως γέννησαν αυτά τα κινήµατα, όπως φαίνεται και από τα βιβλία σας…
Εµφανίστηκαν στις πιο φτωχές και υποβαθµισµένες περιοχές, αλλά οι ηγέτες τους δεν ήσαν φτωχοί. Ολοι οι επικεφαλής των επαναστατών, από τον Φιντέλ Κάστρο ώς τον Αµπιµαέλ, υπήρξαν µεσοαστοί, συχνά από τον ακαδηµαϊκό χώρο. Και πάντως το πρώτο αντάρτικο πόλης στον κόσµο, οι Τουπαµάρος της Ουρουγουάης, ήταν προϊόν µιας κοινωνίας που ήταν η πλέον εύπορη και µε τις µικρότερες ανισότητες στη Λατινική Αµερική.

Χρησιµοποιείτε τον όρο «τροµοκράτες» για τα µέλη του «Μονοπατιού».
Γιατί; Δεν υπάρχει διαφορά ανάµεσα στα επαναστατικά κινήµατα και στην τροµοκρατία;

Δεν χρησιµοποιώ αυτόν τον όρο στη «… Ροµφαία»· και στον «… Απρίλη» τους αποκαλούν έτσι οι εχθροί τους. Προσπαθώ να χρησιµοποιώ ουδέτερες λέξεις. Αλλά στην πράξη η µόνη διαφορά ανάµεσα σ’ αυτά τα αντάρτικα και στην τροµοκρατία είναι στις συνδηλώσεις: το «αντάρτικο» ηχεί ηρωικό ενώ η «τροµοκρατία», άσχηµη. Εποµένως αν νικήσεις η Ιστορία θα σε αποκαλέσει αντάρτη· αν χάσεις, θα σε θυµούνται ως τροµοκράτη.

Τι ήταν τόσο ιδιαίτερο µε τον Αµπιµαέλ Γκουσµάν;

Ηταν ένας θεωρητικός της βίας. Δεν ήξερε πώς να χρησιµοποιήσει όπλα. Δεν έβαζε βόµβες. Δούλευε σε ένα δωµάτιο, µακριά από τη ζώνη πυρός, δεχόµενος αναφορές και δίνοντας διαταγές. Εβλεπε τους θανάτους και τις απώλειες αφηρηµένα, σαν κινήσεις σε µια παρτίδα σκάκι. Είναι ένα παράδειγµα της καταστροφικής δύναµης της ιδεολογίας.

Εσείς προσωπικά γοητευθήκατε καθόλου από την προσωπικότητά του; Καταλαβαίνεται γιατί τόσος κόσµος εκµαυλίστηκε από την υπόθεση Φωτεινό Μονοπάτι;

Με σαγήνευσε το ίδιο το στόρι. Δεν είµαι πολιτικός αναλυτής, είµαι µυθιστοριογράφος. Κι αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου χωρίς χρήµατα, χωρίς όπλα.

Το µόνο που διέθετε ήταν βιβλία, και µ’ αυτά έκανε έναν πόλεµο που κόστισε 70.000 ζωές. Και έπειτα έχασε και θάφτηκε από τους εχθρούς του. Εγραψα λοιπόν ένα µυθιστόρηµα µε χαρακτήρες που είναι υπαρκτοί. Και είναι δολοφόνοι.

Γιατί διαλέξατε ένα τέτοιο θέµα;
Διότι είναι µια ωραία ιστορία για την εξουσία και για τη λεπτή κόκκινη γραµµή που χωρίζει έναν ήρωα από ένα τέρας· το καλό από το κακό. Είναι καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη που θα µπορούσα να φανταστώ.

    ΙΝFΟ

    Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο θα συζητήσει για το βιβλίο του «Η τέταρτη Ροµφαία» (µτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, Εκδ.
    Καστανιώτη) µε τον µεταφραστή Κώστα Αθανασίου, στον «Ιανό», την Τετάρτη στις 19.30.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *