Συνέντευξη στην εφημερίδα “Νέα Εγνατία” της Καβάλας (1ο μέρος)

Συνέντευξη

Στο Νίκο Χαζαρίδη

Ο ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ

«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι»

Μεγάλη συνέντευξη στο ALPHA Radio 88.6 και το δημοσιογράφο Νίκο Χαζαρίδη έδωσε χθες, στα πλαίσια της επίσκεψής του στην Καβάλα, ο ανεξάρτητος βουλευτής και στέλεχος της Δημοκρατικής Αριστεράς, Γρηγόρης Ψαριανός

Ο κ. Ψαριανός, με μια γλώσσα «ζωντανή» για πολλούς, «προκλητική» για άλλους, μιλάει το χρέος των πολιτικών και των πολιτών να υπερασπιστούν την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με όλα τα κακώς κείμενα που τη χαρακτηρίζουν. «Αυτήν έχουμε», λέει χαρακτηριστικά, υπερτονίζοντας ότι δεν είναι όλοι οι βουλευτές το ίδιο. Δεν έχουνε κλέψει όλοι. Επίσης, ο βουλευτής διασκεδάζει τα σενάρια περί μετεκλογικής συνεργασίας της Δημοκρατικής Αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ, υπογραμμίζοντας όμως την ανάγκη ευρύτερων συνεργασιών δυνάμεων, ακόμα και φαινομενικά ετερόκλητων.

Κύριε Ψαριανέ, να ξεκινήσουμε από την ομιλία σας στη Βουλή, την «ομιλία της 6ης Μαΐου» όπως λέγεται πλέον. Είχε κάνει αίσθηση τότε, είναι η αλήθεια. Πέρασαν από τότε αρκετοί μήνες. Πιστεύετε ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει συνειδητοποιήσει τις ευθύνες της; Θέλει να ζητήσει τη συγνώμη που τότε είχατε ζητήσει εσείς;

Δεν έχει γίνει από καμία κυβέρνηση ως τώρα αυτό. Ποτέ, σε καμία κυβέρνηση, σε οποιαδήποτε δύσκολη καμπή της διαδρομής της νεοελληνικής ιστορίας από τη μεταπολίτευση και μετά, καμία κυβέρνηση δε συνειδητοποίησε ποτέ τις ευθύνες που είχε. Κάθε κυβέρνηση τα φόρτωνε στην αμέσως προηγούμενη, εφόσον βέβαια δεν ήταν του δικού της κόμματος. Αν ήταν, έκανε συνήθως «την πάπια».

Πού οφείλεται αυτό, κατά την άποψή σας; Είναι η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα;

Είναι η ιδιοσυγκρασία των κυβερνήσεων.

Κάποιοι από εμάς όμως δεν είναι όλοι αυτοί;

Κάποιοι από εμάς τους ψηφίζουμε, κάποιοι από εμάς τους εκλέγουν. Δεν κατεβαίνουνε στους δρόμους τα τανκς, ούτε τους ορίζουν οι επιχειρηματικοί όμιλοι όπως, χτύπα ξύλο, μπορεί να γίνεται στα επόμενα χρόνια.

Είστε σίγουρος γι’ αυτό;

Εννοώ ότι τώρα δε γίνεται ευθέως. Δεν είναι φανερό σε όλους και, τουλάχιστον, δεν είναι ομολογημένο.

Όσα είχαν ειπωθεί τότε από εσάς, σε εκείνη την ομιλία, αποτελούν ακόμη μέρος της επιχειρηματολογίας όσων αντιδρούν στο σύστημα ή σε αυτά που δεν έγιναν όλα τα προηγούμενα χρόνια…

Ξέρετε, ήμουν ιδιαίτερα συναισθηματικά φορτισμένος. Βρέθηκα στο Κοινοβούλιο έχοντας κάνει πάνω από 30 δουλειές στη ζωή μου, από ελαιοχρωματιστής, ταξιτζής, γκρουπιέρης στο Καζίνο της Πάρνηθας, πλασιέ κασετών και βιβλίων, ήμουν από το ’87 στο ραδιόφωνο, και ένιωθα ότι υπήρχε ένα σχέδιο οργανωμένης απαξίωσης της κοινοβουλευτικής ζωής. Και είπα στον εαυτό μου, Μα, είναι δυνατόν να έχω εκλεγεί βουλευτής στη χειρότερη περίοδο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας; Χειρότερη ακόμα και από το ’65, από τα Ιουλιανά, από την περίοδο των Αποστασιών που υπήρχε μια βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος; Όταν όλοι «δείχνουν» αυτούς τους τριακόσιους, τα «λαμόγια» που «τα τρώνε»; Και εγώ είμαι ένας από αυτούς και ξέρω ότι οι μισοί τουλάχιστον δεν έχουν «φάει», οι άνθρωποι. Ακόμη και Πασόκοι και Νεοδημοκράτες, δεν είναι όλοι για κρέμασμα! Υπάρχουν και «κανονικοί» άνθρωποι. Θα μου πείτε, πώς ανέχονται τους υπόλοιπους; Αυτή είναι μια ερώτηση που θα πρέπει να την κάνετε στους ίδιους. Αισθάνθηκα τότε ότι πρέπει να πω το αυτονόητο: «Δεν είμαστε όλοι ίδιοι». Αυτό, δηλαδή, που λένε και οι ταξιτζήδες, ότι «δεν είμαστε όλοι αγενείς», αυτό που λένε και οι μπάτσοι, «δεν βαράμε όλοι στα κεφάλια του κόσμου, δεν είμαστε όλοι γουρούνια και καθίκια», αυτό που λένε και οι δημοσιογράφοι, «δεν είμαστε όλοι πουλημένοι», αυτό που λένε και οι γιατροί, «δεν είμαστε όλοι με τα φακελάκια, ξεφτίλες»… Αυτή η κοινοβουλευτική δημοκρατία που έχουμε μπορεί να είναι κουτσή, στραβή και αλλήθωρη. Δεν είναι ωραία «γκόμενα»! Μιλάμε για μια αποτρόπαια εμφάνιση «κοινοβουλευτικής γυναίκας». Αλλά αυτήν έχουμε, ας την ομορφύνουμε, ας την κάνουμε καλύτερη. Όχι να την κάνουμε χειρότερη και να την απαξιώνουμε. Γιατί; Για να έρθουν οι συνταγματάρχες όπως και το 1967, ή για να έρθουν οι επιχειρηματίες το 2017;

Άσχημη «νύφη, αλλά με μεγάλη «προίκα»…

Αυτή η «προίκα» δεν είναι δικιά της. Είναι δανεική. Αλλά όχι αγύριστη, με την έννοια ότι θα πρέπει να την γυρίσει πίσω. Κι επειδή αυτοί που τα φάγανε, δεν πρόκειται να τα γυρίσουνε πίσω, θα τα πληρώσουμε εμείς. Δυστυχώς.

Έχουμε τη δυνατότητα να αναδείξουμε αυτές τις διαφορές και να προσφέρουμε σε κάτι καινούριο;

Αυτή η κυβερνητική κεντροαριστερά που έκανε ένα «άνοιγμα» -πολιτικό, κοινωνικό αλλά και οικονομικό- προς τους ηττημένους του Εμφυλίου, όταν από το ’81 και μετά ο Ανδρέας Παπανδρέου και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αποφάσισαν να δώσουν ένα κοκαλάκι να γλείψουνε και οι Αριστεροί, οι κατατρεγμένοι, από τα Μακρονήσια και από το ξύλο, από τις Ασφάλειες κτλ., να «φάει» και λίγο ο λαός, αυτό πέρασε στην καθημερινότητά μας. Όλοι μας, αν και «βολευτήκαμε» σε αυτή τη λογική, στο βάθος ξέρουμε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο έτσι αυτή η κατάσταση. Βεβαίως και δεν τα φάγαμε «όλοι μαζί». Αλλά, ο μέσος πολίτης παρόλο που έχει γίνει λίγο «πελάτης» -έχει μπει στη λογική του γλειψίματος, του λαδώματος, έχει «κωλοτριφτεί» με την εξουσία για να διορίσει κανέναν γιο, κανένα ανίψι, κανέναν ξάδερφο- ξέρει στο βάθος ότι θα πρέπει να επιστρέψει στη λογική –αν ήμασταν ποτέ- του πολίτη. Από «πελάτης» να γίνει «πολίτης». Ο απλός Έλληνας πολίτης, λοιπόν, παρόλο που σε ένα βαθμό έχει διαφθαρεί, στο βάθος έχει ένα φιλότιμο. Έχει μια αξιοπρέπεια που έρχεται από τη βαθιά καταγωγή μας. Δεν είμαι σίγουρος πόσοι είναι αυτοί, αλλά είναι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, αποφασισμένο να αμυνθεί σε αυτήν την οργανωμένη επίθεση φτήνιας και απαξίωσης.

Πώς ακριβώς θα αμυνθούν;

Προβάλλοντας το φιλότιμο και την αξιοπρέπειά τους. Και προβάλλοντας και έναν γνήσιο πατριωτισμό που έχουν, με την καλή έννοια, βέβαια, γιατί και αυτός ο όρος έχει ξεφτιλιστεί τελευταία. Υπάρχουν κάποιοι φερόμενοι ως πατριώτες που είναι «για τα μπάζα»! Στην πραγματικότητα τούς ενδιαφέρει μόνο η προσωπική τους ευδαιμονία και το πώς θα μπουν και αυτοί στην «ομάδα» των μεγάλων λαμόγιων που τα τρώνε «όλοι μαζί». Γιατί κάποιοι, πράγματι, «τα τρώνε μαζί».

Αυτή η δυσαρέσκεια όμως, πώς πρέπει να εκδηλωθεί; Με απεργίες, με κινητοποιήσεις, με τη μη συμμετοχή στις εκλογές;

Η μη συμμετοχή στις εκλογές για μένα είναι το χειρότερο. Δηλαδή, το κήρυγμα περί «αποχής», αυτή η «προπαγάνδα» σοβαρής μερίδας της Αριστεράς για αποχή, μού θύμισε την αποχή του ’46, από τις εκλογές μετά τον πόλεμο, που ήταν το «σύνθημα» για την ολοκληρωτική καταστροφή και για τη βουτιά μέσα στη δίνη του Εμφυλίου. Δεν ξέρω αν η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα ή ως τραγωδία, αλλά η λογική της αποχής ή του λευκού και του άκυρου είναι εντελώς αδιέξοδη. Και πρόκειται για απλά μαθηματικά: αν στους δέκα δεν ψηφίσουν οι επτά, τότε θα βγάλουνε κυβέρνηση οι τρεις! Η δημοκρατία είναι για αυτούς που συμμετέχουν, γι’ αυτό και όσο πιο πολύ συμμετέχουμε στα πράγματα τόσο πιο ισχυρή γίνεται η δημοκρατία. Όσο πιο πολύ απέχουμε τόσο την «αδυνατίζουμε».

Τώρα, λοιπόν, που έχετε μπει κι εσείς «μέσα στο σύστημα», πιστεύετε πως έχετε προσθέσει κάτι σε αυτήν την προσπάθεια;

Νομίζω ότι έχουμε καταφέρει πολλά πράγματα. Και στα τρία χρόνια της κοινοβουλευτικής παρουσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στα προηγούμενα χρόνια η παρουσία της Αριστεράς σταμάτησε κάποιες «καταστροφές». Θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ χειρότερα. Θα πρέπει όμως να κοιτάξουμε με ποιους τρόπους θα γίνουμε καλύτερα. Δεν μπορεί, δηλαδή, μια Αριστερά σήμερα, στο όνομα της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων να υπερθεματίζει για τα «κλειστά» επαγγέλματα και να κοντράρει την κυβέρνηση στο να «ανοίξουν» αυτά. Τι πάει να «κλειστά» επαγγέλματα; Δηλαδή όλοι οι υπόλοιποι που δουλεύουν στα «ανοιχτά» επαγγέλματα είναι μαλάκες; Από πού κι ως πού εγώ θα είμαι συνεχιστής της δουλειάς του πατέρα μου και του παππού μου με ένα τρόπο κληρονομικό; Για ποιο λόγο θα πρέπει εγώ, ως Αριστερός, να υπερασπίζομαι διάφορες συντεχνίες ή «συνδικαλιστικές» διεκδικήσεις που είναι άδικες, που δεν αφορούν στο κοινωνικό σύνολο; Που προσφέρουν μόνο στη συγκεκριμένη «κάστα»; Αυτό δεν είναι «αριστερή λογική». Εδώ, λοιπόν, είναι που θα πρέπει να αναλογιστούμε όλοι μας, κι εγώ μαζί, «Τι είναι η αριστερά, σήμερα». Δεν έχω την απάντηση, δεν μπορώ να σας πω. Αυτό είναι ένα ζητούμενο και πρέπει μαζί να το βρούμε.

Δεν μπορούσε να γίνει αυτό μέσα από το ΣΥΡΙΖΑ;

Δεν μπόρεσε να γίνει. Θα μπορούσε αν κάποιοι το ήθελαν. Μέσα στη λογική των προοδευτικών –και όχι απαραίτητα των αριστερών- ανθρώπων. Γιατί, ξέρετε, υπάρχουν και αριστεροί που είναι πολύ συντηρητικοί, έως και αντιδραστικοί. Υπάρχουν κάποιοι που δηλώνουν αριστεροί αλλά που στην πραγματικότητα έχουν σχέση με δεξιές νοοτροπίες, που θυμίζουν εκκλησία, δόγματα, τέτοια πράγματα. Αυτά πρέπει να είναι μακριά από τη λογική της Αριστεράς. Η λογική αυτή προϋποθέτει το διάλογο, προϋποθέτει τις συνεργασίες.

Όπως έγινε με το ΣΥΡΙΖΑ…

Με το ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε αυτό. Θα σας θυμίσω όταν πρωτοξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και βγήκε μπροστά ο Αλέξης Τσίπρας, δόθηκε μια ελπίδα στον κόσμο που μάλιστα αποτυπώθηκε δημοσκοπικά και με διψήφια ποσοστά! Αυτό κάποια στιγμή άρχισε να καταρρέει. Γιατί ο κόσμος δε θέλει να ακούει το πόσα «Όχι» θα πεις και με ποιους ΔΕΝ συνεργάζεσαι, ή το ότι δεν συνεργάζεσαι «με κανέναν κερατά». Όχι, δε θέλει αυτό ο κόσμος. Ο κόσμος θέλει να ακούσει ότι εάν ένα πράγμα πρέπει να πάει από το Α στο Β και αυτό είναι συλλογικά αποδεκτό ότι πρέπει να γίνει, τότε να γίνει. Και για να γίνει θα πρέπει να το κάνουμε πολλοί μαζί. Δεν μπορώ να το κάνω μόνον εγώ, ως «ιδιοκτήτης» της μόνης αλήθειας.

Το «πολλοί μαζί» δεν είναι ανέφικτο;

Όχι δεν είναι. Ό,τι έγινε, έγινε επειδή ήμασταν «πολλοί μαζί». Να σας θυμίσω το ΕΑΜ. Στο ΕΑΜ δεν ήταν μόνον Αριστεροί, αλλά και δεξιοί και βασιλόφρονες. Εμένα ο παππούς μου ήταν βασιλόφρονας: Νίκος Δημητρίου, δάσκαλος στον Παρνασσό. Και ήταν ΕΛΑΣίτης, αντάρτης του ΕΛΑΣ και ΕΑΜίτης φανατικός. Για την «πανανθρώπινη λευτεριά» κτλ. κτλ. κτλ.

Αναφερθήκατε στα δημοσκοπικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ. Φοβάστε ότι κάποια στιγμή και η Δημοκρατική Αριστερά «πέσει» στο δίλημμα «Καταγγελία και Πρόταση ή… Διακυβέρνηση»;

Όχι. Αυτό είναι από τώρα ξεκαθαρισμένο. Βεβαίως θα είμαστε απέναντι σε επιλογές που κατά τη γνώμη του κόσμου με τον οποία θα συνδιαμορφώνουμε πολιτική –και αυτό είναι ένα μεγάλο ζητούμενο για την Αριστερά– είναι λανθασμένες.

Η Δημοκρατική Αριστερά αυτή τη στιγμή βρίσκεται γύρω στο 2,2 με 2,5%, με αναγωγή γύρω στο 3,5%…

Δεν είναι αυτό ένα ποσοστό που ικανοποιεί κανέναν. Το θέμα όμως δεν είναι αν θα μπούμε στη Βουλή ή όχι, το θέμα είναι αν θα έχουμε μια διεισδυτικότητα στον κόσμο και αν θα συνδιαμορφώσουμε μαζί με τον κόσμο νέα πράγματα. Είμαστε απέναντι στις «κακές» επιλογές. Σε αυτές που θα βλάψουν τον πολύ κόσμο –αλλά θα ωφελήσουν σίγουρα κάποιους. Όπου όμως μπορούμε να προτείνουμε πράγματα, θα το κάνουμε. Όπως έχουμε κάνει. Για παράδειγμα, το «ενεργειακό». Όταν, εκτός από το λιγνίτη, έρχονταν τα προγράμματα για να φέρουμε και εισαγόμενο λιθάνθρακα για παραγωγή ενέργειας. Εκεί, ήμασταν ακόμη στο ΣΥΝ και στο ΣΥΡΙΖΑ, «μουλαρώσαμε» όλοι, κοντράραμε και πετύχαμε να το αποτρέψουμε. Δεν έγινε. Και αρχίσαμε πλέον στην Ελλάδα να μιλάμε για Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, για αιολικά πάρκα, για φωτοβολταϊκά. Αυτό είναι μεγάλη νίκη. Δεν είναι μικρή. Και πετύχαμε τέτοιες νίκες και σε άλλα θέματα. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να αλλάξουμε τα πράγματα.

Τι χρειάζεται για να αλλάξουν τα πράγματα;

Πρέπει να σκεφτούμε ότι είναι σύμφυτη έννοια με έναν αριστερό, προοδευτικό χώρο, η συνεργασία πολλών δυνάμεων μεταξύ τους, ακόμα και ετερόκλητων, ακόμα και δυνάμεων που φαίνεται ότι έχουν εντελώς διαφορετικές πολιτικές. Υπάρχει η ανάγκη στην Ελλάδα να αλλάξουμε το πολιτικό σύστημα. Να σταματήσουμε αυτόν τον κατήφορο της διαφθοράς, της διαπλοκής, της ξεφτίλας. Για να αλλάξουν όλα αυτά δεν πρέπει να συμπλεύσουν μόνο αριστεροί…

Διαβάστε στο αυριανό φύλλο της «ΝΕ» το δεύτερο μέρος

της μεγάλης συνέντευξης του Γρηγόρη Ψαριανού

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *